Ο ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ ΚΑΙ Η ΗΔΟΝΗ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ *

                                          ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ

                                          [περ. Φρέαρ, τχ. 12/13, χειμώνας 2015]

Δέχθηκα να μιλήσω για τον Εμπειρίκο, επειδή ήταν καιρός για μένα να κλείσω έναν ανοικτό λογαριασμό. Ο Εμπειρίκος δεν έχει ανάγκη παρουσιάσεων, ούτε ανθολογήσεων. Οποιος όμως καταπιάνεται με έναν σπουδαίο ποιητή, θέτει το πνευματικό ζήτημα της ποίησης εξ αρχής, ab ovo.
Ο Εμπειρίκος δεν υπήρξε ποτέ μέλος της πνευματικής μου οικογένειας, παρά τις πολλές εξ αγχιστείας συγγένειες που με συνδέουν μαζί του. Η νεότητά μου δεν χώρεσε ούτε τους Σουρεαλιστές, ούτε τους μπητνίκους ποιητές, δεν γοητεύθηκε ποτέ από την ψυχανάλυση, όπως και ποτέ δεν υπήρξε μαρξιστική.  Τα προσωπικά βιώματα διαδραματίζουν ορισμένως σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας προσωπικότητας, δεν έχουν όμως ιδιαίτερη σχέση με την ποίηση. Η ποίηση του προσωπικού βιώματος,  πολιτικής ή άλλης μορφής, με άφηνε και με αφήνει μάλλον αδιάφορο. Οι βιογραφίες και τα λοιπά πραγματολογικά στοιχεία με ψυχαγωγούν, όταν είναι γλαφυρά και δεν καμώνονται πως ξετυλίγουν την αλήθεια του έργου. Σε αντίθεση με την ποίηση του προσωπικού βιώματος, με ενδιαφέρει η ποίηση του εκβιώματος, για να χρησιμοποιήσω έναν δικό μου νεολογισμό, δηλ. η ποίηση που πλάθει έναν κόσμο πέραν του κόσμου της ανάγκης, της επιβίωσης και του ωφελιμισμού, πολιτικού, συνοδικού, πολιτιστικού η άλλου. Εκβιωματική σε μεγάλο βαθμό είναι πιστεύω και η ποίηση του Εμπειρίκου.
Το ποιητικό έργο πλάθει κόσμο αλήθειας ή δεν πλάθει. Αφήνει με άλλα λόγια την αλήθεια να φανεί για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα με αισθητή μορφή, διότι η αλήθεια δεν είναι ούτε ορατή, ούτε συνώνυμη της τρέχουσας ζωής. Κόσμος αλήθειας είναι η αγωνιώδης αναρώτηση της πολύμορφης σχέσης μεταξύ περατού και αιώνιου από τη σκοπιά του περατού. Αλλά και οι νύξεις ακόμη προς αυτή την κατεύθυνση, έστω κι αν δεν αφήνουν πίσω τους παρά χαλάσματα, έστω κι αν δεν σκάβουν παρά φωλιές αφιλόξενες, μετέχουν στη βαθύτερο νόημα της αλήθειας. Η ποίηση, όπως και η Τέχνη γενικότερα, είναι ένα συνεχές ιλιγγιωδών χασμάτων, και όχι φυσιολογική συνέχεια. Αντιθέτως, τα ποιήματα των αξιών, τα «ποιοτικά ποιήματα», όπως εν πολλοίς αυτοσυστήνονται τα κοινά ποιήματα, αποτελούν τροχούς μιας συγκεκριμένης πολιτιστικής περιόδου και εξαντλούνται κατ’ αναλογία με τη φθορά των χρηστικών προϊόντων. Δεν είναι τυχαίο αν όλα σήμερα καταλήγουν στο τραγούδι και τη λάιφ στάιλ λογοτεχνία. Είναι τρομακτικό να ταυτίζεται η ποίηση με τη μελωδική στιχουργία, τις αξίες και την πολιτιστική φλυαρία. Αυτή όμως ήταν η γραμματική μας μοίρα στον ολωτικό ορίζοντα της διαδικτυακής επικοινωνίας, και γι’ αυτό θα πρότεινα « Ολίγη ποίηση πολύ».
Ο Εμπειρίκος είχε εμπειρία του πράγματος. Σε μια εποχή παροξυμένου καημού της Ρωμιοσύνης, έμεινε μόνος και ακλόνητος, ιδίως τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60, που αποτελεί νομίζω και την κορυφαία εποχή του έργου του, προσηλωμένος στον κόσμο αλήθειας που επιχειρούσε να πλάσει σε πείσμα όλων.
Ποιός είναι ο κόσμος του, δηλαδή η ουσία της ποιήσεως κατά Εμπειρίκον και γιατί δεν ανήκει στην πνευματική μου οικογένεια.

Προηγουμένως όμως, θέλω να εκφράσω τον απαραμείωτο θαυμασμό μου για τους ρυθμούς, την εύρεση και διάταξη των λέξεων στη φράση που ανεξαρτήτως νοήματος, αιχμαλωτίζουν το αυτί και το διαπαιδαγωγούν, όσο ελάχιστοι νεοέλληνες ποιητές το κατάφεραν. Και γι’ αυτό, πέραν της θεωρίας περί σουρρεαλιστικής ή κινητικής εικόνας που αποτέλεσε τον κοινό τόπο όλων των ευρωπαϊκών πρωτοποριών στις αρχές του 20ου αιώνα, και που με εξαιρετική σαφήνεια, δείγμα βαθειάς κατανόησης, εκθέτει στο ΑΜΟΥΡ, ΑΜΟΥΡ, κείμενο που θα ήθελα πολύ να σας διαβάσω αν είχαμε χρόνο και διάθεση, και το οποίο δεν πρέπει να λείπει από καμμία εισαγωγή ή ανθολόγηση του έργου του,  το μυστικό του Εμπειρίκου κατ’ εμέ δεν έγκειται τόσο στην εικόνα, όσο στον ρυθμό που συνέχει τις εικόνες. Κανείς γάλλος ή άλλος σουρρεαλιστής δεν μπορεί να τον φθάσει εδώ. Από την άποψη αυτή, από την άποψη δηλαδή των ειδοποιών διαφορών που συσχηματίζουν το έργο του, ο Εμπειρίκος υπερβαίνει τον Σουρρεαλισμό και αποβαίνει ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της νεοελληνικής. Αναστήλωσε τη μακρά παράδοση της υμνολογικής παραγράφου, εγκαταλείποντας την ευρωπαϊκή στιχουργία που ήδη από την εποχή του Βερλαίν και του Μαλλαρμέ είχε τεθεί σε πλήρη αμφισβήτηση. Η επιστροφή στις κανονικές στιχουργικές μορφές δείχνει τη μεγάλη αμηχανία που διακατέχει την ποίηση των ημερών μας που όταν αποτυγχάνει ως τραγούδι, είναι ως, επί το πολύ, αδιάφορη.   
Ανεξαρτήτως δόγματος, στη ρίζα κάθε ποίησης βρίσκεται η λατρευτική διάθεση του πνεύματος. Ο υψηλός λόγος της ορθόδοξης υμνογραφίας που δεν έπαψε ποτέ να ακούγεται στον ελληνικό χώρο ήταν λογικό, αν και θεότρελλο για την εποχή, να γίνει ένα από τα μεταλλεία του Εμπειρίκου, εξού και ο λόγιος χαρακτήρας της ποιητικής του.
Οπως όλοι οι σπουδαίοι ποιητές και αληθινοί μάστορες, ο Εμπειρίκος μας δείχνει ότι η μορφή δεν είναι εξωτερική σκευή και εξοπλισμός, αλλά εσωτερική ανάγκη του Λόγου. Και ο λόγος του Εμπειρίκου είναι μια εμπειρία στην επικράτεια ενός απωθημένου ελληνισμού, του εκστασιακού ελληνισμού, του Ελληνισμού των Μυστηρίων και της λατρευτικής, οργιαστικής κοινότητας.
  
Ανέκαθεν μου έκανε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι η γραμματεία περί τον Καβάφη, με τη φωτεινή εξαίρεση ίσως της 2ης Σοφιστικής του Γιάννη Δάλλα, δεν στάθηκε ποτέ να αναλογισθεί σοβαρά το φιλοσοφικό βάρος της λέξεως ηδονή που κατέχει το ποιητικό κέντρο του στοχασμού του.  Η λέξη «ηδονή» δεν είναι αθώα, ούτε χρησιμοποιείται απερίσκεπτα, γενικά και αόριστα στο έργο του. Είναι τουναντίον το κλειδί μιας κατανόησης που δεν φαίνεται να έχει γίνει κτήμα μας ακόμη. Πρόκειται για μία λέξη που η ακατάπαυστη και εμφαντική χρήση της από τον Καβάφη φέρνει κυριολεκτικώς τα πάνω κάτω στην οθόνη των ηθικών και αισθητικών αναπαραστάσεων της νεοελληνικής ποίησης, κάνοντας τις συνήθεις μορφικές αναταραχές απλά συμβεβηκότα. Το γεγονός ότι το ζήτημα δεν έχει μελετηθεί, όσο θα έπρεπε, δείχνει μεταξύ άλλων και τη στάθμη της πνευματικής προσλήψεως των λογοτεχνικών μας έργων. Με την πατερίτσα του ευρωπαϊκού κανόνα, η κριτική αναζητεί συνήθως το γνώριμο, αυτό που έχει δοκιμασθεί πάνω σε άλλα έργα, το φιλολογικώς αποδεκτό και συγκρίσιμο. Και ενώ διατυμπανίζει τη μεγαλοσύνη της ελληνικής ποίησης, σπανίως είναι σε θέση να εξηγήσεί γιατί και πότε είναι άξιο ένα ελληνικό ποίημα.  Αρκεί να θυμίζει ένα ξένο πρότυπο και να μην αντιδρά πολύ στις γενικές εφαρμογές. Είναι δύσκολο όμως, αν όχι αδύνατο, να διαμορφωθεί έτσι  κριτική σκέψη που θα μπορούσε να συνομιλήσει επί ίσοις όροις με την ευρωπαϊκή κριτική και τα έργα της.

      Για την πνευματική κατανόηση του πράγματος, χρειάζεται πρώτα πρώτα μια γενεαλογία της λέξεως ηδονή, όπως είχε επιχειρηθεί καμμιά δεκαριά χρόνια πρίν στο περ. Πλανόδιον, με αφορμή τον Καβάφη του Πέτρου Κολακλίδη.
Θα θυμίσω συνοπτικά ότι η λέξη ηδονή με τη χθαμαλή, αρνητική σημασία της, δηλ. με τη σεξουαλική έννοια, θεματοποιείται κατ΄αρχάς στον Πλάτωνα. Στην Πολιτεία χαρακτηρίζεται ως ο μέγας εχθρός της ανδρείας, διότι εκβαρβαρίζει και εξαγριώνει, προκαλώντας με τον δόλο και την ανυποληψία της, γενική διάλυση του ατόμου, άρα και της πόλης, στον δε Φίληβο ταυτίζεται απροκάλυπτα με το ίδιο το κακό και την ασχήμια του. Είναι το αντίθετο του νου και της φρόνησης, καταστροφέας κάθε μέτρου και συμμετρίας. Ο χριστιανισμός θα διώξει κάθε μορφή κατώτερης, δηλ. σωματικής ηδονής, θα την καταστήσει πειρασμό θάνασιμο έτσι που σε κάθε Εσπερινό θα επαναλαμβάνεται η προσευχή « κατά πάσης νυκτερινής ηδυπαθείας». Ολοι μας άλλωστε νοιώθουμε πάντα ένα περίεργο σφίξιμο στο άκουσμα της λέξης.
Αποκτά λοιπόν απροσμέτρητη σημασία πιστεύω η στιγμή κατά την οποία ο Καβάφης εκφέρει τον λόγο Ανδρείοι της Ηδονής. Δεν πρόκειται για ένα ευφυές σχήμα λόγου, αλλά για τον ποιητικό άξονα μιας ριζικής ανατροπής, για έναν πρωτόφαντο αντιπλατωνισμό που αντιστρέφει με τρόπο ανεπαίσθητο όμως όλη την ελληνοχριστιανική παράδοση. Ενας αλλότριος, ξεχασμένος και καταδιωγμένος ελληνισμός αναδύεται στα γράμματά μας. Εάν ο Καβάφης αντιμετωπίσθηκε, όπως αντιμετωπίσθηκε από το λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής του, οφείλεται ακριβώς στον «ωραίο και σκληρό Ελληνισμό των ανδρείων της ηδονής », που ήταν αδύνατο να χωρέσει στη συνείδηση του προγονικού κλέους. «Η διαστροφή είναι πηγή μεγαλείου», έγραφε ήδη το 1902. Τώρα, είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε ίσως ότι η «διαστροφή» δεν είναι απλώς βιωματικής, αλλά πνευματικής τάξεως. Διαστρέφει το κοινώς αποδεκτό, ώστε να ξυπνήσει αυτό που υπνώττει στη λήθη.

Θέλει αρετήν και τόλμη η ποίηση. Η λέξη Ηδονή είναι επίσης το  πνευματικό κέντρο του Εμπειρίκου στους αντίποδες του σύνολου ελληνοχριστιανικού οικοδομήματος. Με μια τέτοια λέξη στον πυρήνα του έργου σου, είναι αδύνατον να γίνεις αποδεκτός ως σοβαρός ποιητής ή και μόνο σοβαρός άνθρωπος. Πράγμα αηδιαστιακό και ανήκουστο να προβάλλεται ως Ανδρείος και τίμιος, όποιος δεν ντρέπεται για το φαλλό και τις ορέξεις του. Ο ακόλαστος και έκδοτος. Να δοξάζεται ο «λαγνουργός» και να χαρακτηρίζονται «χαμοσερνάμενοι άνθρωποι» οι συνετοί νοικοκυραίοι, ποιητές και λόγιοι (Αιχμαί διαμάχης, 34). Και όμως, αυτού ριζώνει για τον Καβάφη και τον Εμπειρίκο όλο το ηθικολογικό ψεύδος του κοινωνικού ωφελιμισμού που διαβρώνει σκέψη και αίσθημα.  Τους καλούς να φοβάσαι, έγραφε μια φορά κι έναν καιρό ο Ντοστογιέφσκη.
Ηδονή είναι ο διάβολος, το κακό, η αμαρτία, η τρέλλα και κατά συνέπεια πρέπει να εξοβελισθεί από κάθε ευνομούμενη πολιτεία.  Μολαταύτα, ο Εμπειρίκος παραγκωνίζει την ατομική επανάσταση του Καβάφη. Θέτει μεν την ηδονή στο κέντρο του αισθήματος και της σκέψης του, σιωπηρώς όμως εννοεί να διορθώσει τον ενοχικό χαρακτήρα που έχει η λέξη στον Καβάφη, αίροντας τη νοσταλγία της νεότητας, δηλαδή τη συνείδηση της φθοράς και της περατότητας˙  αποπέμπει όλα τα φάρμακα της μνήμης μαζί με την καβαφική ειρωνία για τους άθλους και τα επιτεύγματα της Ιστορίας. Και διά μιας, καταργεί τις κοινωνικές απαγορεύσεις που ζωοποιούν την ηδονή, και άρα το καβαφικό μεγαλείο της διαστροφής. Δεν υπάρχει διαστροφή στα ερωτικά, απαντά ο εκστασιακός Εμπειρίκος. Η Ηδονή εδώ είναι ατελεύτητη ενέργεια, αδιάκοπος οργασμός, όπου το καλό δεν ξεχωρίζει από το κακό, το ωφέλιμο από τη δαπάνη. Δεν υφίσταται παρελθόν ή μέλλον πέραν του ενεργού παρόντος της ηδονής που ταυτίζεται με το αιώνιο παρόν του γίγνεσθαι και το σκληρό, μα αποκαλυπτικό του φως.
Εάν χρόνος της ηδονής είναι η στιγμή, η κατ΄εξοχήν εμπειρία του Εμπειρίκου δηλώνεται με τη στύση που αποτελεί και την εξέδρα για την εκτόξευση εκτός του εγώ, τη συγχώνευσή του με το γίγνεσθαι. Τότε γίνεται φως ο άνθρωπος. Σε κρυφή συμφωνία με τον ουτοπιστή σοσιαλιστή Κάρολο Φουριέ εδώ, όλα τα δεινά είναι προορισμένα να εξαλειφθούν στην άγρια χαρά της εκσπερμάτωσης:  κακίες, μίση, αισχροκέρδειες, φόβοι θανάτου, χρησιμοθηρίες, διαφορές ποιού και ποσού, ανθρώπινες μιζέριες. Το κάλλος του γίγνεσθαι είναι ένα ατέλειωτο, θριαμβικό και αλαλάζον ζευγάρωμα. 
Τίποτε δεν κοντοστέκεται, δεν θρηνεί, δεν θλίβεται, ακόμη κι αν τελεί μνημόσυνο. Δεν υπάρχει καημός για κάτι που χάθηκε ή λείπει. Ολα είναι κραυγή χαράς και ελευθερίας, καθότι όλα αποκτούν νέα υπόσταση ή μάλλον ξανακερδίζουν την αληθή τους υπόσταση χωρίς υποσχέσεις, τύψεις ή απογοητεύσεις. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα χωρισμού σε μέσα και έξω, σε υποκείμενο και αντικείμενο, σε ιδέα και πράγμα. Η Ιστορία έχει συντελεσθεί, διότι ολοκληρώθηκε η γνώση. Ολόχαρη πλέον, διοικεί η αμεσότης. Και γι’ αυτό από την υμνολογική παράδοση προκρίνεται πάντα το Δοξαστικόν, όχι το κατανυκτικόν και θρηνητικόν της σκέλος.
Ο Καβάφης είναι στραμμένος προς το παρελθόν. Το παρόν θρέφεται από τη μνήμη της ηδονής. Το μέλλον είναι εφιάλτης. Ο Εμπειρίκος υποτάσσει παρελθόν και μέλλον στην παρούσα στιγμή του οργασμού που φιλιώνει με το αδήριτο γίγνεσθαι . Και οι δύο πάντως, καγχάζουν με τους λογής λογής μεταρρυθμιστές και όλα τα «λιμενικά έργα της φαινομενικής προόδου» (Η αγωγή των θρύλων, 59).

Η εμπειρία της ηδονικής καταδαπάνησης, όπως η εμπειρία της ασκητικής αποχής στο άλλο άκρο,  βγάζει στο φως τους πειθαναγκασμούς και τις ψευδαπάτες της θεσμικής τάξης πραγμάτων. Κατά βάθος, η ηθική συνιστά βασικό προϊόν της αυτοσυντήρησης. Το κοινώς αποδεκτό και παραγωγικό καλόν αποδεικνύεται ένα σινικό τείχος ασφάλειας και βεβαιότητας, το οποίο και έμελλε να εγκυκλώσει αποπνικτικά πλέον τις σύγχρονες υγειονομικές κοινωνίες. Ως ουσία του ρατσιοναλισμού, η βεβαιότητα και η ασφάλεια,  κατοχυρώνουν την κυριαρχική έφεση του ανθρώπου,  κατάληξη της οποίας είναι φυσικώ τω λόγω η αδρανοποίηση κάθε ερωτήματος και η έκπτωση στο υπνωτήριο του πραγματισμού. Το κοινωνικό και πολιτικό αδιέξοδο της εποχής μας δεν είναι άσχετο με την τροπή των πραγμάτων που αποκαλείται νεώτεροι χρόνοι. Και όντως, αν αφαιρέσει κανείς τη βασιλεία των Ουρανών και την πίστη στην αιώνια ζωή, στο υπερβολικό σχήμα του Εμπειρίκου θα αναγνωρίσει έκπληκτος πολλά κοινά γνωρίσματα με τους λόγους του Χριστού κατά πάσης βιοτικής μέριμνας.
Κοινός παρονομαστής των δύο ακραίων διαθέσεων της ψυχής, της ασκητικής και της ακόλαστης εκδιαίτησης, είναι βεβαίως η άρνηση της πόλης. Πράγματι, ο κόσμος της αλήθειας που μας διανοίγει η ποίηση δεν συνταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την ευνομούμενη πολιτεία. Και μόνον η επίγνωση του πράγματος  έχει ζωτικότατη σημασία για κάθε ανθρώπινη κοινωνία, όπως το γνώριζαν όλοι οι αρχαίοι πολιτισμοί. Στα Ελευσίνεια μυστήρια εορταζόταν ακριβώς το γενεσιουργό φως της συνουσίας. Σήμερα, ο δικός μας αγγελικός πολιτισμός επιδιώκει πλέον και αυτή την κατάργηση των φύλων, αφού το φως της σμίξεώς τους είναι βία.
Ως άλλος Πίνδαρος, ο Εμπερίκος ψάλλει τη μεγάλη ελευθέρωση των σωμάτων, το μέγα θούριον της συνουσίας, όπου με τη σπορά του ήλιου, σχηματίζεται η φανταστική Οκτάνα. Και την ψάλλει με αριστουργηματικούς ρυθμούς, με εξαίσιες εικόνες και μοναδικό μείγμα λόγιου και χυδαίου λεξιλογίου, κατορθώνοντας μιαν ανάκουη έκφραση ηδύτατης ακρίβειας. Η φαινομενική πρόζα έχει όλη τη μαεστρία του στίχου, διαψεύδοντας κατηγορηματικά τη σεφερική ιδεοληψία εναντίον της έρρυθμης πρόζας.
Η ποίηση του Εμπειρίκου έχει ταυτοχρόνως χαρακτήρα ευαγγελικό, για τούτο και είναι εξόχως απαγγελτική, προφορική. Απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη κοινότητα κατηχουμένων η μυημένων, παρασύρει και οδηγεί άσφαλτα, χωρίς να κόβει τον λόγο σε στίχους. Ποίηση και πρόζα γίνονται ένα, όπως ένα πρέπει να γίνεται στην ποίηση το αίσθημα και ο στοχασμός.
Δεν ήταν εύκολα πράγματα όλα τούτα.  Κανείς σοβαρός φροϋδιστής δεν μπορεί να εγκρίνει τον Εμπειρίκο.  Και καμμία μοντέρνα κοινωνία δεν θα τον εντάξει στο Πάνθεόν της. Οι σύγχρονες κοινωνίες θέλουν το θετικό χωρίς να λογαριάζουν πως το θετικό μαραγκιάζει, αν δεν συνομιλεί με το αρνητικό. Οι σύγχρονες κοινωνίες θέλουν πολιτισμό, όχι Τέχνη. Η Τέχνη γκρεμίζει και οικοδομεί αυτό που δεν κτίζεται. Ο,τι κτίσθηκε στις μεγάλες στιγμές της ανθρωπότητας και σήμερα αποθαυμάζεται είναι κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που επιχειρεί να διασώσει τρομάρα της η Ουνέσκο. Εμείς που έχουμε τη μεγάλη τύχη να διαβάζουμε Ομηρο και Τραγικούς θα έπρεπε να το ξέρουμε καλύτερα.
Ο Εμπειρίκος ψάλλει παιάνες και γι’ αυτό είναι κατά βάσιν ποιητής ηρωϊκός. Αν το άκρως ανατρεπτικό θέμα της ηδονής εγκαινιάζεται από τον Καβάφη, η νεώτερη ηρωϊκή και λατρευτική εκφορά του λόγου έχει πίσω της τον Σικελιανό. Ολοι μιλούν για τον σουρρεαλιστή Εμπειρίκο, λησμονώντας τα βαθειά ελληνικά του ριζώματα.
Πώς όμως είναι δυνατόν να θεωρείται ήρωας το κακό; Ιδού το μυστήριο της Ποιήσεως ως αλήθειας  που ξανατελέσθηκε στη νεώτερη ψυχή με τον Δον Ζουάν του Μόζαρτ. Ολα χρειάζονται για να γίνει κόσμος. Πλάι στο φως του Απόλλωνος, οι ενθουσιαστικές, ζοφερές και ξέφρενες φαλληφορίες, τα νυκτερικά ξεσκίσματα στα άγρια όρη. Με τον Εμπειρίκο και τον Καβάφη ξαναβρίσκουμε κάτι που είχε χαθεί ολότελα από την αλήθεια και την ελληνική ποίηση.

Μολαταύτα, θεωρώ ότι πνευματικώς είναι περιορισμένος σε σύγκριση με τον Καβάφη και γι’ αυτό δεν υπήρξα ποτέ δικός του. Και είναι περιορισμένος, επειδή, μετά την Οκτάνα κυρίως,  ζεύεται τελικά στην ιδεολογία, προκρίνοντας μια καθορισμένη ιδέα ως κανόνα των πραγμάτων. Ενώ η ποίηση της αριστεράς με πρώτον πρώτον τον Ρίτσο, ωχριά μπροστά του, εντούτοις στη ρίζα του ζητήματος δεν διαφέρουν. Και δεν διαφέρουν διότι δεν φαίνεται να τρομάζουν με τον ίδιο τον εαυτό τους, δεν φαίνεται να αναρριγούν από την καταστατική αγωνία του ανθρώπου που θέτει σε κρίση και ριζική αμφισβήτηση κάθε ασφάλεια και βεβαιότητα, ιδίως όταν αντιμάχεται ένα είδος ασφάλειας και βεβαιότητας, και επομένως με την ίδια τη  μεγάλη διάρκεια των ιδεών. Οι ιδεολόγοι, ανεξαρτήτως δόγματος, πιστεύουν πως ο άνθρωπος πάει προς το καλύτερο, κλείνουν τ’ αυτιά τους στον δυσοίωνο ψίθυρο της Ιστορίας ότι δεν υπάρχει καλύτερο, ούτε θα υπάρξει. Τέτοιος είναι ο ψίθυρος της αληθινής ποίησης που τόσο σπανίζει !
Τόνιζα προηγουμένως ότι η αντιστροφή του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους στον Καβάφη διενεργείται με τρόπο ανεπαίσθητο, υπόκωφα. Και απόδειξη είναι ακριβώς η πυρηνική φράση Ανδρείοι της Ηδονής με όλα τα συνακόλουθά της που δεν εξέπληξαν ποτέ τον αναγνώστη. Στον Εμπειρίκο αντιθέτως, η μετάλλευση της ορθόδοξης υμνολογίας αγγίζει καμμιά φορά την ιεροσυλία, καθότι δεν αρκείται απλώς στην επανάκτηση ρυθμών και τρόπων, αλλά και δεν διστάζει να προχωρήσει σε διεπτυγμένες συνταυτίσεις που αντιβαίνουν απολύτως προς τη χριστιανική ουσία της υμνολογίας. Εδώ, η διαστροφή παύει να είναι πνευματικής τάξεως. Είναι το χειρότερο δείγμα τυφλής ιδεολογίας, όπως ο Λένιν προσονομαζόταν μια εποχή νέος Χριστός. Χωρίς την ευγένεια του λόγου του, ο Εμπειρίκος θα κινδύνευε να βουλιάξει στις χυδαίες παρωδίες των ιερών λειτουργιών του Μεσαίωνα.
Δεν υπάρχει στα ποιητικά μας τίτλος νοηματικά βαθύτερος από τον τίτλο του Εμπειρίκου Η Σήμερον ως Αύριον και ως Χθες, και όμως, παρά τη μεγάλη ποικιλία σχημάτων λόγου και κρυστάλλινης διατύπωσης, είναι κατά τη γνώμη μου ή πιο ιδεολογική συλλογή του, η λιγότερο προβληματική, η πλέον αυτόματη όχι από την άποψη της γραφής αλλά από την άποψη της πνευματικής ερωτηματοθεσίας. Διότι όπως ο σοσιαλισμός και η κοινωνική δικαιοσύνη δεν εξαντλούν το ανθρώπινο πρόβλημα, έτσι και η ηδονή δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για να καταστεί αγωγός φωτός και αλήθειας.
Ως σκοπός, η ηδονή περιφρονεί τον λόγο, είναι σιωπηλή και αμίλητη, όπως ακριβώς ο Φίληβος του Πλάτωνος. Ως μέσον, είναι βεβαίως άτοπο να συνταυτίζεται με τη χαρά και την ελευθερία, όπως θέλει ο Εμπειρίκος. Εν τοιαύτη περιπτώσει, θα έπρεπε να ασπασθεί τον κόσμο του Μαρκήσιου ντε Σαντ. Πλην όμως ο Μαρκήσιος δεν προτρέπει, ούτε ψάλλει, διερευνά τα πάθη της ψυχής. Ούτε άλλωστε υπάρχει ο ουρανός του κοινού μύθου που συγχωρούσε τις Βάκχες. Πόσο πειστικότερος θα ήταν αν ο τόνος ακολουθούσε την κλίμακα της «προσωπικής μυθολογίας» του !
Με νιτσεϊκό « οίστρο καταφάσεως», ο Εμπειρίκος μένει κολλημένος στη μία όψη της ηδονής, παραθεωρώντας τον ζοφερό κόσμο που διασχηματίζεται στο άλλο νοηματικό της ημισφαίριο. Και αυτού έγκειται νομίζω ο ιδεολογικός, περιοριστικός χαρακτήρας της ποιητικής του οράσεως.
Κατά πολύ βαθύτερος, αν και κατώτερος ποιητής του Εμπειρίκου,  ο εγελειανός Μπατάιγ ήξερε ότι οι απαγορεύσεις αίρονται μόνο και μόνο για να τεθούν και πάλι σε ισχύ. Αυτό λέγεται τραγικό πνεύμα και αυτό λείπει από τον εξίσου εγελειανό Εμπειρίκο. Ο ερωτισμός δεν είναι απλώς ηδονή, ούτε χαρά ηδονής, είναι συνθήκη τραγική και μόνο ως τέτοια μας ξανοίγει στην αλήθεια.
Τρόφιμος του αιώνιου παρόντος, ο Εμπερίκος δεν είναι διόλου νοσταλγός, όπως νομίζουν πολλοί, αλλά ιεροφάντης μιας ιδεολογικά στημένης αθωότητας. Θα μπορούσε ομολογουμένως να θεωρηθεί νοσταλγός της παιδικής σεξουαλικότητας, η οποία τελεί και αυτή πέραν του καλού και του κακού, εάν όντως κάλυπτε όλο το φάσμα της παιδικής ηλικίας. Πλην όμως ο φροϋδισμός αποτελεί θεωρία και όχι κατ’ ανάγκην καθολικό ευαγγέλιο. Οι «απαράμιλλες καραμέλες/ ενός κόσμου χαμένου» (Χαρτιά εορτών, 69) παραπέμπουν υποχρεωτικά στην προαδαμική, παραδείσια κατάσταση που δεν προσιδιάζει στον άνθρωπο, αλλά στο ζώον.  Ο άνθρωπος εμφανίζεται πλήρης ενοχής, επειδή ακριβώς εξανθρωπίσθηκε, επειδή ακριβώς έπαψε να είναι ζώο. Το χνάρι της μετάβασης από το ζώο στην ανθρωπικότητα δεν θα απαλειφθεί ποτέ από μέσα μας, και πειστικό τεκμήριο είναι ασφαλώς η παιδική ηλικία. Ανθρωπος όμως δεν σημαίνει απλώς έλλογον ζώον, διότι πλάι στο έλλογο θα υπάρχει πάντα το οργιαστικό και εκστατικόν που δεν ανήκουν ούτε στο ζώο, ούτε στο έλλογο. Να γιατί είναι προβληματική πιστεύω η ιδέα της άνευ ενοχής πανσεξουαλικότητας και απόλυτης ελευθερίας που μας προβάλλει ο κόσμος του Εμπειρίκου. Η επιστροφή στη ζωϊκότητα ως αντίδραση προς τον υλοποιημένο λόγο των θεσμών είναι ασφαλώς μόνιμο χαρακτηριστικό του ιστορικού ανθρώπου, έστω κι αν με τα τρομερά άλματα της τεχνολογίας συντελείται πλέον μία ριζική μετάλλαξη που δεν είμαστε ακόμη σε θέση να αντιληφθούμε.

Ολες οι ιδεολογίες αποτελούν κατά βάσιν πτυχές της θεραπευτικής και συνεπώς πτυχές της επιβίωσης, ατομικής και συλλογικής. Σήμερα, η κρατούσα ιδεολογία συγκροτείται από την επιστήμη και την τεχνολογία. Τα πάντα μπαίνουν στον λογαριασμό των αιώνιων προσπαθειών που καταβάλλονται για τη βελτίωση της διαβίωσης. Το παράδοξο είναι ότι στον Εμπειρίκο, η αμαρτωλή λέξη ηδονή, η λέξη δηλαδή  που εξ ορισμού οδηγεί στη χαρά της απώλειας της παραφροσύνης και της συνταύτισης με το αιώνιο γίγνεσθαι, τρέπεται με τη σειρά της σε κατευθυντήρια ιδέα, μετατρέποντας μια αρνητική αξία σε θετική. Αλλά τα όμορφα σαν παχειά βερύκοκα αιδοία των κορασίδων μπορεί και να σου κόψουν τη χολή. Η ηδονή χρειάζεται τη μνήμη. Αντίθετα, στο αιώνιο παρόν που ευαγγελίζεται ο Εμπειρίκος, η ηδονή καταντά τελικώς μία ατελεύτητη σωματική απόλαυση που αγνοεί ή αποκρύπτει την κόλασή της. Μακαριότης και ενέργεια είναι όροι ασύμβατοι. Ο παράδεισος της ηδονής του Εμπειρίκου γίνεται στέρφος,  χωρίς το μαυρόχωμα της συνεπαγόμενης κόλασης. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο αν η ποίησή του πάσχει από την απουσία αγωνίας, η βαθύτερη συναίσθηση της καταγωγικής, καταστατικής και αθεράπευτης αβεβαιότητας που είναι σύμφυτη με τον άνθρωπο, τουλάχιστον με τον ιστορικό άνθρωπο. Αλλά η ποίηση και ο στοχασμός είναι γεννήματα του ιστορικού ανθρώπου, ο οποίος μέλλει να εξαφανισθεί ίσως κάτω από τις τεχνολογικές μεταλλάξεις του ίδιου του ανθρώπου,  αφού λιμάνιασε με τα πολλά στην ηδονή ως ενεργό απόλαυση και όχι στο φως της ενεργού κατανόησης.
Ο Εμπειρίκος στάθηκε όντως σπουδαίος ποιητής, αλλά και ιδεολόγος ώς τα μπούνια. 


Είναι αδύνατο να λείψουν από μια ανθολογία του Εμπειρίκου ποιήματα, όπως το Στροφαί Στροφάλων παραδείγματος χάριν. Οπως δεν μπορεί να λείψουν ορισμένα από τα αφηγήματα της προσωπικής του μυθολογίας, με πρώτο και κύριο το ΑΜΟΥΡ ΑΜΟΥΡ.
Απόψε,  θα ήθελα να σας προτρέψω να διαβάσετε, σαν επιστρέψετε σπίτι, τρία τέσσερα εκτεταμένα ποιήματα από την Οκτάνα, όπως  το Εις την οδόν των Φιλελλήνων, Πολλές φορές τη νύκτα ή το Οταν οι ευκάλυπτοι θροϊζουν στις αλλέες που συνοψίζουν δραστικά κατά τη γνώμη μου όλο τον Εμπειρίκο.
Μεταξύ αυτών και το αριστούργημα της νεώτερης ελληνικής ποίησης, Ο δρόμος, ίσως το πιο ισορροπημένο και πιο στοχαστικό ποίημα του, που θα στέκει πάντα όρθιο σε κάθε ανθολογία παγκόσμιας ποίησης.


                                                                                               Αθήνα, Μάιος 2015


*Ιδρυμα “Τάκης Σινόπουλος”, 20 Μαίου 2015Η εισήγηση δημοσιεύεται, όπως ακριβώς εκφωνήθηκε.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου