Του Νίκου Γ. Ξυδάκη
Παρότι ο Αντώνης Ζέρβας ζει στις
Βρυξέλλες από το 1984, εντούτοις η συγγραφική του παρουσία είναι έντονη και
ποικίλη. Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, συνιδρυτής σημαντικών περιοδικών,
ο Α. Ζέρβας είναι σήμερα 51 ετών. Πρόσφατα, από τις εκδόσεις Μελάνι κυκλοφόρησε
ένας νέος τόμος μεταφράσεών του με τον τίτλο «Εκ του γαλλικού», και από τις
εκδόσεις Ινδικτος η ένατη κατά σειρά ποιητική του συλλογή. Ο Αντώνης Ζέρβας
εμφανίστηκε πολύ νέος στα γράμματα, και το ντεμπούτο του έγινε δεκτό με
ενθουσιασμό από σημαντικούς ανθρώπους. Η ενασχόλησή του με τα μεγάλα κείμενα
της δυτικής γραμματείας (έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, τα Cantos της Πίζας του
Εζρα Πάουντ), αλλά και η τριβή του με την ανατολική παράδοση, διαμόρφωσαν τη
γραφή του: στιβαρή και πυκνή στην ποίηση, διαυγής και ευλύγιστη στο δοκίμιο.
Ποιητής και δοκιμιογράφος, καλλιτέχνης και λόγιος, σε μια συνύπαρξη σχετικά
σπάνια για τη σύγχρονη ελληνική σκηνή, ο Α.Ζ. έχει έναν λόγο ρέοντα και γοητευτικό,
ορμητικό μα και ζυγισμένα αμφιβάλλοντα. Βαθιά Ευρωπαίος και βαθιά Ελληνας,
ορμητικός μα και στοχαστικός, με μια αγωνία για την ακρίβεια στην έκφραση, μα
κυρίως με μια διαρκή διερώτηση για τη βαθύτερη ουσία του έρωτα και του θανάτου,
ο Α.Ζ. είναι ένας γοητευτικός συνομιλητής, ένας άνθρωπος του καιρού του, χωρίς
όμως καμιά από τις ευκολίες αυτού του καιρού...
- Για έναν πεζογράφο ή έναν
πολιτικό, οι συνεντεύξεις είναι εύκολες. Για κάποιον που γράφει ποίηση, η
συνέντευξη είναι δίκοπο μαχαίρι, διότι πρέπει να αναφερθεί σε μια πνευματική
δραστηριότητα που φαίνεται να έχoυν απαξιώσει οι καιροί μας και ταυτοχρόνως να
δείξει ότι, αν έχει κάτι σημασία, είναι ακριβώς ό,τι φαίνεται να απαξιώνουν οι
καιροί μας. Ιδού λοιπόν: Τι μπορεί να είναι σήμερα η ποίηση;
- Αν και σ' όλη τη ζωή μου
ασχολήθηκα με την ποίηση, απέφευγα πάντα τον τίτλο του ποιητή. Αισθανόμουν ότι
δεν κάλυπτε αυτό που ήθελα. Είναι όμως πολύ δύσκολο να αναφερόμαστε στη
λογοτεχνία ερήμην της ποιήσεως. Είναι σολοικισμός να περιορίζουμε τη λογοτεχνία
στο μυθιστόρημα. Και είναι αδύνατο να κατανοήσεις ένα είδος λόγου, αγνοώντας τα
άλλα. Κάθε εποχή βεβαίως θέτει το βάρος σε ένα διαφορετικό είδος λόγου. Η δική
μας φαίνεται να προκρίνει το μυθιστόρημα, στην πραγματικότητα όμως είναι καθαρά
αντιλογοτεχνική, με την έννοια ότι οι γλωσσικές τέρψεις υποκαταστάθηκαν από τις
τέρψεις της εικόνας. Η ανάγκη πάντως ενός «γραπτού κόσμου», μιας άλλης
κατεύθυνσης, η ανάγκη αυτών των «γραπτών φωνών» εξακολουθεί να γίνεται παντού
αισθητή. Εξ ου και το φαινόμενο των μπεστ σέλερ. Πλην όμως η εικόνα, όπως και η
ατέρμονη αφήγηση, στο τέλος μάς μπουχτίζουν. Η δράση και μόνο δεν ικανοποιεί. Η
σημερινή τάση της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας είναι πεζογραφήματα που δεν ξεπερνούν
τις 100 σελίδες. Ενα καλό ποίημα μπορεί να συνοψίσει δραστικά αυτό που κάνει
ένα σχοινοτενές μυθιστόρημα. Το πρόβλημα βεβαίως είναι η διαφορά των σκοπών
τους.
Η διαφορά των ειδών
- Επανέρχεστε δηλαδή στη διαφορά
των ειδών, ενώ με τα «Ακτα» (1996) επιχειρήσατε να τα καταργήσετε. Εκεί ο πεζός
λόγος εναλλασσόταν με τον στίχο, ο αρχαϊσμός με την καθομιλουμένη, έτσι ώστε να
καταρτίζεται ένας περίεργος απολογισμός των δεδομένων παραστάσεων, των
ιδεολογιών που κυριάρχησαν στη νεότερη ιστορία μας.
- Νομίζω πως η διαφορά των ειδών
δεν θα πάψει να υφίσταται. Το μυθιστόρημα, όπως και το έπος παλιότερα, θα
παραμείνει κατά βάθος το είδος που αποβλέπει στην αντικειμενική συγκρότηση μιας
υποκειμενικής θέασης των πραγμάτων. Η ποίηση αντιθέτως, παρά την πεζολογική της
διάσταση, θα μας μιλάει για την ατομική δέσμευση. Ο ένας ως πολλοί και οι
πολλοί ως ένας θα τελούν πάντα σε διαλογική σχέση. Γι' αυτό και θα ήταν ευχής
έργο, αν οι πεζογράφοι ανανέωναν τον διάλογό τους με την ποίηση. Ο κανόνας
σήμερα είναι να ασχολούνται με το μυθιστόρημα οι ποιητές. Οι μυθιστοριογράφοι,
εκτός σπανίων εξαιρέσεων, είναι ανίκανοι να γράψουν ένα δοκίμιο. Μεταμορφώθηκαν
σε homo faber, πράγμα που είναι αντίθετο με την τέχνη τους. Και γι' αυτό
άλλωστε είναι δύσκολο να πεις πού τελειώνει η φλυαρία και πού αρχίζει το έργο.
Τα περισσότερα μυθιστορήματα είναι κατ' ουσίαν σενάρια, δεν διαθέτουν δηλαδή
εσωτερική, γλωσσική αυτονομία. Αποκαλούνται καταχρηστικώς λογοτεχνικά έργα,
όπως η στιχουργία συγχέεται με την ποίηση. Αλλά η ποίηση δεν έχει να κάνει
τίποτε με την ευάρεστη απεικόνιση των ψυχικών, συναισθηματικών, γλωσσικών ή
ιδεολογικών δεδομένων. Η ποίηση μάς δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι
μόνο πολίτης, χειριστής, καταναλωτής. Μιλάει πάντα γι' αυτό που ξεφεύγει από
την εξορθολογισμένη ρύθμιση της κοινωνίας. Είναι ο λόγος της εσωτερικής
ελευθερίας.
Η ζωή είναι οδύνη
- «Η διαμαρτυρία ζεί όπου τ'
αθάνατα πράγματα μένουν», έγραφε ο Αγγλος ποιητής Τόμας Χάρντι, που κέρδιζε το
ψωμί του σαν μυθιστοριογράφος.
- Επειδή ακριβώς προσπαθούν να μας
πείσουν ότι η ποίηση δεν έχει πλέον θέση στη σύγχρονη κοινωνία, και σ' αυτό δυστυχώς
συμβάλλουν οι ίδιοι οι ποιητές, η ανάγνωση ενός σοβαρού ποιήματος καθιστά
δυνατό το αδύνατο. Ολη η νεότερη ποίηση μιλάει για την προσπάθεια του ατόμου να
ξεφύγει από τη μοντέρνα εποχή και να μάθει πώς θ' αναπνεύσει και πάλι. Δεν
είναι τυχαίο άλλωστε ότι το αίτημα αυτό εκφράστηκε κυρίως από τους Αμερικανούς
ποιητές, διότι αυτοί ζούσαν στον πραγματικό χρόνο της σύγχρονης κοινωνίας. Η
ποίηση υπάρχει για να θυμίζει ότι η ευθύνη που έχουμε ως πολίτες με δικαιώματα
και υποχρεώσεις δεν καλύπτει ποτέ τον σύνολο άνθρωπο. Ετσι, ως αναγνώστες,
επιτελούμε μια σωτήρια υπέρβαση. Ανακαλύπτουμε τους πειθαναγκασμούς της
κοινωνικής μας υπόστασης. Επιστρέφουμε τρόπον τινά στον μέσα άνθρωπο. Η ποίηση
είναι μια παθιασμένη αναρώτηση. Απευθύνεται στον συγκεκριμένο άνθρωπο, στο
άτομο. Το φανταστικό του σήμερα βομβαρδίζεται ανελέητα από την αντίληψη του
lifestyle, μια εμπορικά συμφέρουσα αντίληψη που του ζητάει να ξεχάσει ότι η ζωή
είναι οδύνη και ότι, ως άνθρωποι, γεννάμε ακατάπαυστα το κακό.
Το κακό ζει στην ποίηση
- Είναι αλήθεια ότι η απεικόνιση
του κακού στη λογοτεχνία και στην Τέχνη γενικότερα όχι μόνο δεν μας ενοχλεί,
αλλά μας κάνει να το σκεφτόμαστε και μαζί να νιώθουμε τέρψη.
- Εχετε απολύτως δίκιο. Εκτός από
τη θρησκεία και τη λογοτεχνία, κανένα άλλο είδος λόγου δεν μπορεί να σκεφθεί το
κακό. Το κακό είναι η οδύνη της ανθρώπινης ύπαρξης που αντί να την αποφεύγουμε,
χρειάζεται να εμβαθύνουμε στο νόημά της, γιατί διαφορετικά γινόμαστε τα κορόιδα
της ζωής. Αυτό είναι το μέτρο της ποίησης. Αντί να αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως
κοινωνικό μέγεθος, τον αντιπαραθέτει στο άπειρο, στον βαθύτερο εαυτό του.
Αυξάνει τρόπον τινά τη συνείδηση και γι' αυτό βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση
εναντίον της κοινωνίας, η οποία μειώνει τη συνείδηση. Η ποίηση αντιλαμβάνεται
τον άνθρωπο ως πνεύμα, δηλ. ως εσωτερική ελευθερία. Γι' αυτό κι επιμένει στην
υλικότητά του, στη σωματική του διάσταση, στις αισθήσεις. Χωρίς σωματικότητα,
δεν υπάρχει πόνος, άρα δεν υπάρχει κακό. Ο πόνος είναι έκφραση του κακού. Η
σημερινή κοινωνία δεν είναι σε θέση να σκεφτεί το κακό. Απλώς το επικαλείται
και καταφεύγει στη δικαιοσύνη. Αλλά σε ποια δικαιοσύνη μπορούν να πιστέψουν
π.χ. οι απόβλητοι των επιχειρηματικών μετεγκαταστάσεων ή οι γονείς του
παράλυτου παιδιού; Η δικαιοσύνη εξισώνει, δεν μπορεί να μιλήσει για τον πόνο
και την απελπισία του ατόμου. Κυριαρχεί εκεί όπου συρρικνώνεται η εσωτερικότητα
του ανθρώπου. Μόνο σε μια κλωνοποιημένη κοινωνία θα μπορούσε να λάβει τη θέση
του Θεού.
Το κακό εμφανίζεται πάντα στην
αυταρέσκεια. Εκεί δηλαδή όπου δεν υπάρχει εσωτερική σύγκρουση. Οσο περισσότερο
μειώνεται ο εαυτός, τόσο περισσότερο αυξάνουν τα κακά. Ο εαυτός ισχυροποιείται,
όσο περισσότερο ανοίγεται προς τον άλλον. Σωτηρία της ατομικότητας δεν είναι η
οχύρωση πίσω από ένα Εμείς εθνικό, θρησκευτικό, κομματικό. Αυτό κατάλαβαν όλοι
οι μεγάλοι ποιητές μας και κυρίως ο Καβάφης. Γιατί το ποίημα δεν είναι απλώς η
συγκίνηση, αλλά το συγκινημένο νόημα. Φωτίζει αυτό που δεν μας αρέσει, που δεν
μας συμφέρει, που μας ενοχλεί.
Στην υπηρεσία της διαφήμισης
- Ποιο είναι για σας το νόημα που
παράγει η ποίηση;
- Ενα πρόχειρο παράδειγμα: οι
Ολυμπιακοί Αγώνες, αυτό το θλιβερό κατάλοιπο του Μεγαλοϊδεατισμού. Οποιος έχει
νιώσει το πνευματικό μάθημα του αττικού τοπίου που μας διδάσκει η ποίηση, ξέρει
ότι εκείνοι που πήραν την απόφαση αυτή δεν είχαν καμία αίσθηση κλίμακας.
Ανθρωπος χωρίς εσωτερικότητα σημαίνει άνθρωπος χωρίς αίσθηση της ατομικής
ελευθερίας. Το είδος ανθρώπου που κατασκευάζεται σήμερα. Ο άνθρωπος της
επικοινωνίας, της ανάδρασης και της χρήσης. «Οι διαφημίσεις μάς διδάσκουν όλα
όσα μάς χρειάζονται», έγραφε ο ποιητής Ωντεν. Και ακριβώς. Η ποιητική
επανάσταση της λέξης και όλος ο μοντερνισμός του 20ού αιώνα τέθηκαν στην
υπηρεσία της διαφήμισης και της εμπορικής συναλλαγής. Ο πολιτισμός καπελώνει
πάντα την Τέχνη. Τη μετατρέπει σε επικοινωνία. Αλλά από την Τέχνη περιμένουμε
να αμφισβητήσει ακριβώς την τρέχουσα έννοια της επικοινωνίας.
- Ωστε η ποίηση είναι ο λόγος της
απουσίας, η νοσταλγική αναζήτηση ενός χαμένου κόσμου, μια επιθυμία
αποκατάστασης της ενότητας;
- Αυτή είναι η ποίηση την οποία
περιγελάει η αληθινή ποίηση. Η αυθεντική ποίηση αμφισβητεί αυτή την έντονη
πικρία που γεννιέται από τη συνείδηση της χαμένης ενότητας. Οσο τραγουδάει τον
χαμένο παράδεισο, σώζει την ελπίδα. Η ελπίδα όμως δεν είναι ο χώρος της
ποίησης, αλλά της θρησκείας ή της πολιτικής. Η αληθινή ποίηση εμφανίζεται εκεί
που γεννιέται η συνείδηση της απώλειας. Δεν υπάρχει ούτε χαμένος, ούτε
κερδισμένος παράδεισος. Υπάρχει μόνο η γνώση του ακατοίκητου, το συνεχές ζύγωμα
του θανάτου, η γύμνια των σκοπών που μασκαρεύουν το παρόν και θεοποιούν το
μέλλον. Αληθινή ποίηση δεν είναι ο λόγος που διαιωνίζει τον μύθο, οποιοδήποτε
μύθο, αλλά ο λόγος που μας θυμίζει το αδιέξοδο νόημα της ζωής. Μ' αυτό τον
ριζικό τρόπο τέρπει η ποίηση, όπως έτερπε και τους σκληρόκαρδους αρχαίους
Ελληνες, και γι' αυτό είναι τόσο σπάνιο είδος. Η αυθεντική ποίηση είναι μια
αντίδραση σαν τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος. Ενεδρευτική, επίφοβη,
αγχωτική, αντικατευναστική. Η γυναίκα της Ζάκυθος, ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης, ο
Σαραντάρης, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος. Παράβαση ή καταστρατήγηση των ιερών
θεσμών της αναπαράστασης.
Η τελευταία συλλογή
- Η τελευταία σας συλλογή έχει ως
τίτλο μια τριάδα: ο Βιβλίσκος, το Μηδέν, η Ταβανίς. Πρόκειται για μια παρωδία
του σύγχρονου μεταχριστιανικού Ελληνα;
- Ναι. Ο άνδρας ως γνώση, δηλ. το
μηδέν. Η γυναίκα ως επιθυμία, δηλ. το μηδέν. Και το μηδέν ως βαθύτατη νοσταλγία
του Θεού, του απείρου, του άσκοπου, της έκστασης. Μ' ενδιαφέρει η συμπλοκή των
λέξεων, η σκληρή φράση, η κρυμμένη ειρωνεία, η αρχαϊκή πρόκληση. Το σύγχρονο
υποκείμενο. Οι νέες σχέσεις στον ορίζοντα των νέων αξιών που δεν μπορούν να
ξεκολλήσουν από τις παλαιές. Μόλις δοκιμάσεις να τις διαφοροποιήσεις, θίγεται
το κοινό αίσθημα, ενώ το ίδιο καμώνεται πως θέλει επί πίνακι το κεφάλι των παλαιών
αξιών.
Με τα χρόνια οδηγήθηκα έτσι πρός
ένα είδος σύντομης αφήγησης που μοιάζει με την μπαλάντα. Ενα είδος ρυθμικού και
εσχηματισμένου πεζοτράγουδου που προσπαθεί να θέσει ένα σοβαρό ερώτημα ζωής,
παρουσιάζοντας το ξένο ως οικείο και το οικείο ως ξένο. Κάθε ποίημα είναι η
έκφραση μιας πολύπλοκης, αξεκαθάριστης και ανομολόγητης κατάστασης που δεν
μπορεί να διασαφηνιστεί από την έννοια. Είναι η μορφή που παίρνει καθώς
εκδιπλώνεται. Αλλά πόσοι μπορούν να υποφέρουν τους μαιάνδρους των αντινομιών
ενός έργου; Πόσοι μπορούν να υποφέρουν έναν Θεό που σώζει τον διάβολο;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου